Η ελληνική αγορά μπίρας έχει αλλάξει εντυπωσιακά μέσα σε δύο δεκαετίες. Νέα ζυθοποιεία εμφανίστηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας, οι διαθέσιμες ετικέτες πολλαπλασιάστηκαν, η ποιότητα της ελληνικής παραγωγής ανέβηκε αισθητά και ένα μέρος του καταναλωτικού κοινού έμαθε να αναζητά όχι μόνο διαφορετικές μάρκες, αλλά συγκεκριμένα στυλ, ζυθοποιίες και ακόμη και ποικιλίες λυκίσκου.

Τα στοιχεία της πρόσφατης μελέτης του ΙΟΒΕ για τον κλάδο επιβεβαιώνουν αυτή τη μεταβολή, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν ένα ενδιαφέρον ερώτημα για την επόμενη ημέρα της ελληνικής μικροζυθοποιίας.

Οι μπίρες με ελληνική εμπορική επωνυμία αντιπροσώπευαν το 70% του όγκου της αγοράς το 2024, όταν το αντίστοιχο ποσοστό το 2000 ήταν μόλις 10%. Την ίδια στιγμή, όμως, το μερίδιο των μικροζυθοποιιών βρίσκεται στο 3,2% της συνολικής αγοράς.

Οι δύο αριθμοί δεν είναι αντιφατικοί — η ελληνική εμπορική επωνυμία δεν ταυτίζεται φυσικά με τη μικροζυθοποιία — αλλά όταν εξεταστούν μαζί αποκαλύπτουν κάτι σημαντικό: ο Έλληνας καταναλωτής έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένος να αγοράσει ελληνική μπίρα, ενώ για τις μικρότερες ανεξάρτητες ζυθοποιίες φαίνεται να υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι τόσο αν υπάρχει χώρος στην αγορά.

Είναι πώς μπορεί η μικροζυθοποιία να κατακτήσει μεγαλύτερο μέρος αυτού του χώρου.

Μια αγορά πολύ διαφορετική από εκείνη του 2000

Η αλλαγή δεν περιορίζεται στην προέλευση των εμπορικών σημάτων.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η πρώτη μάρκα της ελληνικής αγοράς κατείχε περίπου το 56% το 2000, ενώ το 2024 το αντίστοιχο ποσοστό είχε περιοριστεί στο 28%. Παράλληλα, τα εμπορικά σήματα με καταγεγραμμένο μερίδιο αυξήθηκαν από 39 σε 99, ενώ παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι οι πραγματικά διαθέσιμες ετικέτες ξεπερνούν πλέον τις 400, με πολλές από αυτές να καταλαμβάνουν πολύ μικρά μερίδια.

Ανάλογη είναι και η εξέλιξη της ίδιας της μικροζυθοποιίας. Από 7 μικροζυθοποιίες το 2011, η Ελλάδα έφτασε στις 55 το 2024.

Ο ανταγωνισμός επομένως είναι πολύ μεγαλύτερος, αλλά το ίδιο ισχύει και για τις επιλογές του καταναλωτή. Πριν από δεκαπέντε χρόνια μια ελληνική IPA μπορούσε να δημιουργήσει ενδιαφέρον σχεδόν μόνο και μόνο επειδή ήταν ελληνική IPA. Σήμερα μπορεί να βρεθεί στο ίδιο ψυγείο με πολλές ακόμη ελληνικές IPA, αρκετές από τις οποίες είναι εξαιρετικές.

Η ποιότητα εξακολουθεί να είναι η απαραίτητη βάση. Δεν αρκεί όμως από μόνη της για να εξασφαλίσει ότι ένα προϊόν θα αποκτήσει σημαντική εμπορική παρουσία.

Από το brewhouse αρχίζει μια δεύτερη δουλειά

Η δημιουργία μιας καλής μπίρας είναι δουλειά του ζυθοποιείου. Η δημιουργία μιας επιτυχημένης μάρκας μπίρας απαιτεί όμως και κάτι ακόμη: το προϊόν πρέπει να βγει από το ζυθοποιείο, να αποκτήσει παρουσία στην αγορά, να φτάσει σε αρκετά σημεία πώλησης και τελικά να γίνει γνωστό στον καταναλωτή.

Στην ελληνική μικροζυθοποιία υπάρχουν ήδη επιχειρήσεις που έχουν επενδύσει σοβαρά σε αυτό το κομμάτι και έχουν καταφέρει να αποκτήσουν παρουσία σε μεγάλο μέρος της χώρας. Υπάρχουν όμως και μπίρες που, ακόμη κι αν κάποιος τις γνωρίζει και θέλει να τις αγοράσει, δεν είναι πάντοτε εύκολο να ανακαλύψει πού ακριβώς θα τις βρει.

Οι δυσκολίες είναι απολύτως κατανοητές. Μια μικρή ζυθοποιία έχει περιορισμένο προσωπικό, μικρότερο κεφάλαιο και παραγωγή που δεν μπορεί πάντοτε να υποστηρίξει πανελλαδική κάλυψη.

Παρόλα αυτά, η διαθεσιμότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για να αποκτήσει μια μάρκα επαναλαμβανόμενες πωλήσεις.

Ο καταναλωτής μπορεί να δοκιμάσει τυχαία μια εξαιρετική μπίρα μία φορά. Για να γίνει όμως πελάτης της συγκεκριμένης μάρκας πρέπει να μπορεί και να την ξαναβρεί.

Άλλο πωλήσεις, άλλο διανομή

Στη συζήτηση γύρω από τη μικροζυθοποιία συχνά χρησιμοποιούμε τη λέξη «διανομή» για πράγματα που στην πραγματικότητα ανήκουν σε διαφορετικές λειτουργίες.

Η ανάπτυξη της αγοράς είναι ευθύνη της εταιρείας παραγωγής.

Η ζυθοποιία είναι εκείνη που πρέπει να αποφασίσει σε ποιες περιοχές θέλει να αναπτυχθεί, να εντοπίσει κατάλληλους συνεργάτες, να παρουσιάσει τα προϊόντα της σε επαγγελματίες, να δημιουργήσει νέες εμπορικές σχέσεις και να υποστηρίξει την παρουσία της μάρκας της.

Η συνεργασία με έναν χονδρέμπορο ή έναν διανομέα σε μια πόλη δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η ζυθοποιία απέκτησε αγορά στην περιοχή.

Για να υπάρξει αγορά πρέπει προηγουμένως — και στη συνέχεια συνεχώς — να υπάρχει εμπορική δουλειά.

Ο διανομέας έχει διαφορετικό ρόλο. Οφείλει να διατηρεί επαρκές απόθεμα, να αποθηκεύει σωστά την μπίρα, να διαχειρίζεται τις ημερομηνίες και την ανακύκλωση του stock και να εξασφαλίζει συνεπή τροφοδοσία των σημείων που εξυπηρετεί.

Στην craft μπίρα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η θερμοκρασία, ο χρόνος και οι συνθήκες αποθήκευσης μπορούν να επηρεάσουν αισθητά το προϊόν που τελικά θα δοκιμάσει ο καταναλωτής.

Με απλά λόγια, η ζυθοποιία δημιουργεί και αναπτύσσει την αγορά της, ενώ ένα σωστά οργανωμένο δίκτυο διανομής φροντίζει ώστε η μπίρα να βρίσκεται διαθέσιμη όταν η αγορά τη ζητήσει και να φτάνει στο σημείο πώλησης στην κατάσταση που πρέπει.

Το να υπάρχεις σε έναν τιμοκατάλογο δεν σημαίνει ότι έχεις παρουσία στην αγορά

Αυτός ο διαχωρισμός εξηγεί και μια συχνή παρανόηση.

Μια ζυθοποιία μπορεί να έχει προϊόντα σε έναν χονδρέμπορο στην Αθήνα, έναν δεύτερο στη Θεσσαλονίκη και έναν τρίτο στην Κρήτη και θεωρητικά να διαθέτει «πανελλαδική διανομή». Αν όμως τα προϊόντα της δεν έχουν τοποθετηθεί σε αρκετά σημεία, οι επαγγελματίες δεν τα γνωρίζουν και ο καταναλωτής σπάνια τα συναντά, η πραγματική εμπορική παρουσία μπορεί να παραμένει πολύ μικρότερη από όσο υποδηλώνει ο χάρτης των συνεργατών.

Η ύπαρξη αποθέματος είναι απαραίτητη.

Δεν δημιουργεί όμως από μόνη της ζήτηση.

Αυτό απαιτεί πωλήσεις, εμπορική παρουσία και επικοινωνία από την ίδια τη μάρκα.

Το ψυγείο είναι μέρος της εμπορικής μάχης

Το σημείο πώλησης αποτελεί τον χώρο όπου όλες αυτές οι προσπάθειες κρίνονται στην πράξη.

Ο καταναλωτής που βρίσκεται μπροστά σε ένα ψυγείο με δεκάδες διαφορετικές μπίρες δεν αξιολογεί αφηρημένα ολόκληρη την ελληνική παραγωγή. Επιλέγει ανάμεσα σε εκείνες που έχει μπροστά του, σε εκείνες που αναγνωρίζει και σε εκείνες που για κάποιον λόγο του δημιουργούν ενδιαφέρον.

Για το κατάστημα, αντίστοιχα, κάθε θέση στο ψυγείο έχει αξία. Μια μπίρα που κινείται αργά δεσμεύει χώρο και κεφάλαιο, ενώ μια μάρκα που διαθέτει σταθερή ζήτηση και αξιόπιστη τροφοδοσία έχει περισσότερες πιθανότητες να παραμείνει.

Το λιανεμπόριο και η εστίαση έχουν ασφαλώς κι αυτά ρόλο στην ανάπτυξη της κατηγορίας. Ένα beer shop, μια κάβα ή ένα bar που γνωρίζει το προϊόν μπορεί να το παρουσιάσει, να το προτείνει και να βοηθήσει έναν καταναλωτή να ανακαλύψει μια μπίρα που μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσε.

Δεν μπορεί όμως το σημείο πώλησης να αναλάβει μόνο του την ανάπτυξη της μάρκας του παραγωγού.

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η επικοινωνία

Στο συγκεκριμένο θέμα η μελέτη του ΙΟΒΕ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς χαρακτηρίζει τη διαφήμιση στρατηγικό εργαλείο στον κλάδο της μπίρας, συνδέοντάς την με την αναγνωρισιμότητα, την πιστότητα των καταναλωτών και τη μετακίνηση των μεριδίων αγοράς.

Οι τρεις μεγαλύτερες ζυθοποιίες για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία δαπάνησαν συνολικά περίπου 35 εκατ. ευρώ για προβολή και διαφήμιση το 2024, ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο 7,1% του συνολικού κύκλου εργασιών τους.

Η σύγκριση με μια μικροζυθοποιία προφανώς δεν μπορεί να γίνει σε απόλυτους αριθμούς. Ένας μικρός παραγωγός ούτε διαθέτει ούτε χρειάζεται ένα τέτοιο διαφημιστικό budget.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται περισσότερο στη λογική πίσω από αυτούς τους αριθμούς: εταιρείες των οποίων τα προϊόντα βρίσκονται ήδη σχεδόν παντού εξακολουθούν να επενδύουν σημαντικά ποσά για να παραμένουν γνωστές, ορατές και επιθυμητές.

Για μια μικρή ζυθοποιία το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιδιωχθεί με διαφορετικά μέσα και σε πολύ μικρότερη κλίμακα.

Η επικοινωνία δεν χρειάζεται να κοστίζει εκατομμύρια

Social media, στοχευμένη online διαφήμιση, video, newsletters, tastings, beer festivals, επισκέψεις στο ζυθοποιείο, tap takeovers, συνεργασίες με καταστήματα και εστιατόρια και παρουσία σε εξειδικευμένα μέσα δίνουν σήμερα δυνατότητες που πριν από είκοσι χρόνια απλώς δεν υπήρχαν.

Ορισμένες ελληνικές μικροζυθοποιίες αλλά και αρκετοί νομάδες ζυθοποιοί που έχουν αναπτύξει ισχυρά ανεξάρτητα beer brands χωρίς δική τους μονάδα παραγωγής, το έχουν κατανοήσει πολύ καλά. Έχουν αποκτήσει αναγνωρίσιμη ταυτότητα, μιλούν συστηματικά στο κοινό τους και έχουν δημιουργήσει καταναλωτές που δεν περιμένουν να συναντήσουν τυχαία μια ετικέτα τους, αλλά αναζητούν την επόμενη κυκλοφορία.

Σε άλλες περιπτώσεις η επικοινωνία παραμένει αρκετά περιορισμένη και συχνά εξαντλείται στην ανακοίνωση μιας νέας μπίρας.

Μια όμορφη φωτογραφία του κουτιού και ένα «available now» είναι χρήσιμα για όσους ήδη γνωρίζουν τη ζυθοποιία, αλλά δύσκολα αρκούν για να εξηγήσουν σε ένα νέο κοινό ποιος βρίσκεται πίσω από το προϊόν, τι διαφορετικό προσφέρει και γιατί αξίζει να το επιλέξει ανάμεσα σε δεκάδες άλλες μπίρες.

Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν η craft μπίρα συνήθως ζητά από τον καταναλωτή να πληρώσει υψηλότερη τιμή.

Διαθεσιμότητα χωρίς αναγνωρισιμότητα – αναγνωρισιμότητα χωρίς διαθεσιμότητα

Διανομή και επικοινωνία λειτουργούν τελικά σαν δύο πλευρές της ίδιας εμπορικής πραγματικότητας.

Μια ζυθοποιία μπορεί να κάνει εξαιρετική επικοινωνία και να δημιουργήσει ενδιαφέρον, αλλά αν ο καταναλωτής αναζητήσει τη μπίρα και δεν μπορεί να τη βρει, μεγάλο μέρος αυτής της προσπάθειας χάνεται.

Μπορεί επίσης να έχει εξαιρετική διαθεσιμότητα μέσω ενός οργανωμένου δικτύου, αλλά αν ο καταναλωτής βλέπει το προϊόν στο ψυγείο και δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτό, η μπίρα καλείται να πουλήσει σχεδόν αποκλειστικά με τη συσκευασία και την τιμή της.

Η πραγματική δύναμη εμφανίζεται όταν ο καταναλωτής γνωρίζει το προϊόν και ταυτόχρονα μπορεί να το αγοράσει.

Αυτό είναι το σημείο όπου η επικοινωνία αρχίζει να μετατρέπεται σε πώληση και η πώληση, εφόσον το προϊόν ανταποκριθεί στις προσδοκίες, μπορεί να μετατραπεί σε επανάληψη.

Το 70% κατανάλωση Ελληνικής μπίρας, αλλάζει τη συζήτηση;

Ίσως ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα του ΙΟΒΕ για τη συγκεκριμένη συζήτηση να είναι το 70%. Σύμφωνα με τη μελέτη, επτά στα δέκα λίτρα μπίρας που πωλούνται στην ελληνική αγορά αντιστοιχούν πλέον σε εμπορικά σήματα με ελληνική επωνυμία, όταν το αντίστοιχο ποσοστό το 2000 ήταν μόλις 10%.

Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός, χρειάζεται όμως προσοχή ως προς το τι ακριβώς περιγράφει.

Ελληνική εμπορική επωνυμία δεν σημαίνει απαραίτητα ελληνικής ιδιοκτησίας ζυθοποιία.

Οι δύο μεγαλύτερες εταιρείες της ελληνικής αγοράς, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία και η Ολυμπιακή Ζυθοποιία, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η πρώτη ανήκει στον ολλανδικό όμιλο HEINEKEN και η δεύτερη στον δανέζικο όμιλο Carlsberg, ο οποίος κατέχει το 100% της εταιρείας. Παράλληλα, στο χαρτοφυλάκιό τους βρίσκονται ιστορικά ή ευρέως αναγνωρίσιμα ελληνικά εμπορικά σήματα, ενώ σημαντικό μέρος της παραγωγικής τους δραστηριότητας πραγματοποιείται στην Ελλάδα.

Επομένως, όταν μιλάμε για «ελληνική μπίρα» χρειάζεται να διευκρινίζουμε τι ακριβώς εννοούμε. Άλλο είναι μια μπίρα με ελληνική εμπορική επωνυμία, άλλο μια μπίρα που παράγεται στην Ελλάδα και άλλο μια ζυθοποιία που βρίσκεται υπό ελληνική ιδιοκτησία και ανεξάρτητο εταιρικό έλεγχο. Οι τρεις έννοιες μπορούν να συμπίπτουν, αλλά δεν είναι ταυτόσημες.

Η διάκριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξετάσουμε τη συνολική διάρθρωση της αγοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το ΙΟΒΕ για το 2024, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία κατέχει περίπου το 54% και η Ολυμπιακή Ζυθοποιία περίπου το 27% της αγοράς. Με άλλα λόγια, περίπου οκτώ στα δέκα λίτρα μπίρας διακινούνται από δύο εταιρείες που δραστηριοποιούνται και παράγουν στην Ελλάδα, αλλά ο τελικός εταιρικός τους έλεγχος βρίσκεται σε δύο μεγάλους διεθνείς ομίλους.

Το 70% επομένως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτούσιο ως απόδειξη ότι ο καταναλωτής έχει στραφεί προς τις μικρές, ανεξάρτητες ελληνικές ζυθοποιίες. Αποδεικνύει όμως κάτι διαφορετικό και επίσης σημαντικό: η ελληνική ταυτότητα μιας μάρκας δεν φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο για τον καταναλωτή και, αντίθετα, έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη εμπορική βαρύτητα σε σχέση με το παρελθόν.

Κάπως έτσι το 3,2% της μικροζυθοποιίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η πρόκληση για τους μικρούς ανεξάρτητους παραγωγούς δεν είναι απλώς να πείσουν το κοινό να αγοράσει «ελληνική μπίρα» — αυτή τη μάχη φαίνεται ότι η ελληνική επωνυμία την έχει ήδη κερδίσει σε σημαντικό βαθμό. Είναι να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μέρος αυτής της αγοράς απέναντι σε μάρκες που μπορεί να έχουν ελληνικό όνομα και παραγωγή, αλλά πίσω τους διαθέτουν την οικονομική, εμπορική και διαφημιστική ισχύ μερικών από τους μεγαλύτερους ομίλους ζυθοποιίας στον κόσμο.

Δεν είναι όλα θέμα marketing

Θα ήταν βέβαια εξίσου λανθασμένο να συμπεράνουμε ότι κάθε ζυθοποιία που δεν αναπτύσσεται αρκετά απλώς δεν κάνει σωστά τη δουλειά της.

Οι συνθήκες είναι δύσκολες.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η Ελλάδα εφαρμόζει τον 6ο υψηλότερο ΕΦΚ μπίρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου 50% υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27. Παρότι οι μικροζυθοποιίες επωφελούνται από μειωμένο συντελεστή ΕΦΚ, η συνολική φορολογική επιβάρυνση παραμένει σημαντική.

Στην ενδεικτική τιμή λιανικής που υπολογίζει το ΙΟΒΕ για το 2024, ΕΦΚ και ΦΠΑ αντιστοιχούν συνολικά στο 41,8% της τελικής τιμής.

Η κατά κεφαλήν κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα βρίσκεται επίσης σχετικά χαμηλά για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, περίπου στα 41 λίτρα το 2024, ενώ για το 2025 το ΙΟΒΕ εκτιμά υποχώρηση της συνολικής κατανάλωσης κατά περίπου 5%.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ένας μικρός παραγωγός πρέπει να χρηματοδοτήσει εξοπλισμό, πρώτες ύλες, προσωπικό, παραγωγή, αποθέματα και ταυτόχρονα να βρει πόρους για πωλήσεις και επικοινωνία.

Δεν είναι εύκολη εξίσωση.

Και το εμπόριο έχει τη δική του ευθύνη

Η ανάπτυξη της μικροζυθοποιίας δεν μπορεί παρ’ όλα αυτά να είναι υπόθεση μόνο των παραγωγών.

Ο διανομέας πρέπει να προστατεύει το προϊόν που του εμπιστεύεται η ζυθοποιία, διατηρώντας σωστό απόθεμα, κατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης και αξιόπιστη τροφοδοσία.

Το κατάστημα πρέπει να αντιμετωπίζει την craft μπίρα ως κατηγορία που χρειάζεται γνώση και σωστή παρουσίαση και όχι απλώς ως μερικά ακόμη κουτάκια στο ψυγείο. Όταν ένας επαγγελματίας γνωρίζει τι πουλάει, μπορεί να βοηθήσει τον καταναλωτή να ανακαλύψει προϊόντα που διαφορετικά ίσως προσπερνούσε.

Τα εξειδικευμένα μέσα μπορούν επίσης να συμβάλουν, παρουσιάζοντας νέες ζυθοποιίες, ανθρώπους, προϊόντα και τάσεις που δύσκολα θα αποκτούσαν αντίστοιχη προβολή στα μεγάλα μέσα.

Οι ρόλοι όμως δεν είναι ίδιοι και δεν χρειάζεται να τους συγχέουμε.

Η εμπορική ανάπτυξη της μάρκας παραμένει ευθύνη της εταιρείας που την κατέχει. Οι υπόλοιποι κρίκοι μπορούν να την υποστηρίξουν, να την εξυπηρετήσουν σωστά και να συμβάλουν στην εμπειρία του καταναλωτή, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το εμπορικό τμήμα του παραγωγού.

Από το 3,2% στο επόμενο βήμα

Η ελληνική μικροζυθοποιία έχει ήδη πετύχει κάτι που πριν από δεκαπέντε χρόνια θα φαινόταν μάλλον απίθανο.

Από 7 μικροζυθοποιίες το 2011 φτάσαμε στις 55 το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΙΟΒΕ, αριθμός που αφορά παραγωγικές μονάδες και δεν αποτυπώνει τα ανεξάρτητα beer brands των νομάδων ζυθοποιών που παράγουν σε εγκαταστάσεις τρίτων. Αν σε αυτή την εικόνα προστεθούν και οι νομάδες, η πραγματική ελληνική craft σκηνή είναι ακόμη μεγαλύτερη, με εκατοντάδες διαφορετικές ετικέτες και έναν καταναλωτή πολύ περισσότερο εξοικειωμένο με στυλ μπίρας που κάποτε συναντούσε σχεδόν αποκλειστικά σε εισαγόμενα προϊόντα και ελάχιστα εξειδικευμένα καταστήματα.

Το επόμενο βήμα ίσως χρειάζεται λιγότερο εντυπωσιακές δεξαμενές και περισσότερο εμπορικό σχεδιασμό.

Περισσότερη δουλειά στην ανάπτυξη των αγορών, σωστή επιλογή συνεργατών διανομής, σταθερή διαθεσιμότητα, καλύτερη επικοινωνία και παρουσία εκεί όπου ο καταναλωτής αποφασίζει τι θα βάλει τελικά στο ποτήρι του.

Και ίσως η συζήτηση να μην πρέπει πλέον να περιορίζεται στο γνώριμο ερώτημα αν «η αγορά στηρίζει την ελληνική μικροζυθοποιία».

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Έλληνας καταναλωτής έχει ήδη στραφεί εντυπωσιακά προς τις ελληνικές μάρκες μπίρας. Το ενδιαφέρον πλέον είναι να δούμε πόσο μεγαλύτερο μέρος αυτής της αγοράς μπορούν να κερδίσουν οι μικροί ανεξάρτητοι παραγωγοί.

Γιατί το 3,2% μπορεί να φαίνεται μικρό, μπορεί όμως να είναι απλώς η αρχή.