Θυμάμαι πριν λίγες μέρες, ένα καυτό βράδυ του Αυγούστου, βρέθηκα να περιπλανιέμαι στα στενά της Άνω Πόλης, κοντά στον Πύργο του Τριγωνίου.

Εκεί πάνω η Θεσσαλονίκη αλλάζει χαρακτήρα. Στενά δρομάκια, παλιά σπίτια κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, πέτρινα τείχη, μικρές αυλές, γωνιές που μοιάζουν να έχουν μείνει λίγο έξω από τον χρόνο. Και όσο ανεβαίνεις, η πόλη απλώνεται από κάτω σχεδόν ολόκληρη. Οι στέγες, τα φώτα, ο Θερμαϊκός στο βάθος και εκείνη η παράξενη αίσθηση ότι βρίσκεσαι ταυτόχρονα μέσα στην πόλη και λίγο έξω από αυτήν.

Η ζέστη όμως ήταν αμείλικτη. Εκείνη η βαριά, αυγουστιάτικη ζέστη που κολλάει πάνω σου και κάνει ακόμη και την πιο όμορφη βόλτα να ζητάει ένα διάλειμμα.

Κάπου κοντά στα τείχη σταμάτησα να ξαποστάσω και να απολαύσω μια μπίρα.

Στο φορητό μου ψυγείο η επιλογή ήταν μία. Και ευτυχώς γι’ αυτό. Μια Alea Pale Ale.

Την άνοιξα περισσότερο από ανάγκη για δροσιά παρά από διάθεση για γευσιγνωσία. Όμως κάποιες φορές οι μπίρες σε βρίσκουν ακριβώς στη σωστή στιγμή. Και εκείνη τη στιγμή, με τη Θεσσαλονίκη φωτισμένη από κάτω και τον ζεστό αέρα να περνά ανάμεσα από τα τείχη, η Alea έδειξε ακριβώς τι είδους μπίρα είναι.

Στο ποτήρι είχε εκείνο το θολό, πορτοκαλί χρώμα που σε προδιαθέτει για κάτι φρέσκο και με πλούσιο λυκίσκο. Στη μύτη ήρθαν πρώτα τα εσπεριδοειδή και μετά πιο μαλακές νότες φρούτου, ροδάκινου και κάτι ελαφρώς τροπικό. Το Simcoe και το Mosaic έκαναν αισθητή την παρουσία τους χωρίς να συναγωνίζονται μεταξύ τους.

Η πρώτη γουλιά ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Ένας φίλος μού είχε πει κάποτε πως από τα πιο υπέροχα πράγματα στη ζωή είναι οι πρώτες δυο-τρεις γουλιές μιας παγωμένης μπίρας. Εκείνο το βράδυ, στην Άνω Πόλη, με τη Θεσσαλονίκη απλωμένη μπροστά μου, τον κατάλαβα απόλυτα.

Δροσερή, καθαρή, με ευχάριστη πικράδα και αρκετή φρουτώδη ένταση ώστε να κρατά ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Δεν προσπαθεί να γίνει IPA, ούτε να εντυπωσιάσει με υπερβολές. Η βύνη κρατά τη βάση, ο λυκίσκος οδηγεί και τα περίπου 35 IBU μένουν εκεί που πρέπει: αρκετά για χαρακτήρα, όχι αρκετά για να κουράσουν.

Και νομίζω ότι αυτό είναι που εκτίμησα περισσότερο εκείνο το βράδυ.

Η Alea Pale Ale πίνεται εύκολα.

Όχι με την έννοια της αδιάφορης μπίρας. Το αντίθετο. Έχει χαρακτήρα, αλλά δεν απαιτεί από εσένα να σταματήσεις τα πάντα και να την αναλύεις. Μπορείς να κοιτάς την πόλη, να αφήνεις τη ζέστη να πέφτει σιγά σιγά και να επιστρέφεις στο ποτήρι χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η επίγευση είναι καθαρή, με citrus, λίγο πεύκο και μια ευχάριστη πικράδα που μένει όσο χρειάζεται. Δυστυχώς το κουτάκι άδειασε πολύ γρηγορότερα απ’ όσο είχα υπολογίσει κι ας είναι 500άρι.

Δεν ξέρω αν ήταν η θέα από τα τείχη, εκείνη η καλοκαιρινή βραδιά ή απλώς το γεγονός ότι η μπίρα βρέθηκε ακριβώς στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή.

Πιθανότατα ήταν όλα μαζί.

Αλλά από τότε, όταν σκέφτομαι την Alea Pale Ale, δεν σκέφτομαι μόνο Simcoe, Mosaic, 35 IBU ή 5% αλκοόλ.

Σκέφτομαι ένα ζεστό βράδυ στην Άνω Πόλη, τη Θεσσαλονίκη να απλώνεται από κάτω και μια κρύα Pale Ale να κάνει τη ζέστη λίγο πιο υποφερτή.

ο Ζυθογράφος